Ο ΛΥΚΟΣ ΤΗΣ WALL STREET

 μια ταινια του ΜΑΡΤΙΝ ΣΚΟΡΤΣΕΖΕ

«Το όνομα μου είναι Τζόρνταν Μπέλφορντ. Όταν έκλεισα τα 26, έβγαζα 49 εκατομμύρια δολλάρια, που με τσάντιζε πραγματικά, γιατί ήταν κάτι λιγότερο από 1 εκατομμύριο δολλάρια την εβδομάδα.»

 

2ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΧΡΥΣΗ ΣΦΑΙΡΑ

ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

ΑΝΔΡΙΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ(ΚΩΜΩΔΙΑ/ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ)

Σε σενάριο του Τέρενς Γουίντερ,

βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζόρνταν Μπέλφορντ

 

Λεονάρντο ΝτιΚάπριο

ΜάθιουΜακΚόναχιΤζόναΧιλΜάργκοΡόμπι  ΤζονΦάβροΣπάικΤζόνζιΖανΝτιζαρντέν

 

 Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η νέα ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε, «Ο Λύκος της WallStreet, ακολουθεί την εξωπραγματική άνοδο, τη γεμάτη απολαύσεις ζωή του, αλλά και την πτώση του Τζόρνταν Μπέλφορντ, του χρηματιστή από τη Νέα Υόρκη, που έκανε μια περιουσία εξαπατώντας επενδυτές.  Με μια παράλογη περιουσία στα χέρια του, από πολύ νεαρή ηλικία, τη διοχέτευσε όλη σε μια ατελείωτη σειρά από αφροδισιακά: γυναίκες, κοκαΐνη, αυτοκίνητα, στην πανέμορφη σύζυγο του, και σε μια ζωή χωρίς όρια.   

Η ΠΛΟΥΣΙΑ ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗ ΕΚΤΟΣ ΝΟΜΟΥ

«Αυτή η ιστορία, ήταν σαν ένας μοντέρνος Καλλιγούλας για μένα», αναφέρει ο Λεονάρντο ΝτιΚάπριο,  πρωταγωνιστής και συμπαραγωγός για την ταινία.

«Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90, η Γουόλ Στριτ, ήταν τρομερά ανεξέλγκτη, σχεδόν Άγρια Δύση», συνεχίζει. «Ο Τζόρνταν Μπέλφορντ, ήταν ένας μεταξύ πολλών που το εκμεταλλεύτηκε κι έκανε γιγαντιαία περιουσία. Για μένα, η ιστορία του ενσωματώνει τη συγκεκριμένη εποχή που τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα λειτουργούσαν τόσο στραβά».

                «Ήταν τόσο συναρπαστική η αφοπλιστική ειλικρίνεια του Μπέλφορντ. Δεν έκρυψε τίποτα. Δεν ήταν απολογητικός για τη λαγνεία του για χρήμα ούτε για την απρόσκοπτη κατανάλωση του. Μου φάνηκε ότι ήταν η βάση για έναν συναρπαστικό χαρακτήρα. Συν το γεγονός, ότι εντέλει χρειάστηκε να πληρώσει το τίμημα».

Πριν κατηγορηθεί για ασφαλιστικές απάτες και ξέπλυμα χρήματος, ο  Μπέλφορντ ζούσε με πλήρη ασυδοσία- πετούσε με το δικό του ελικόπετρο, οδηγγούσε έξι αυτοκίνητα πολυτελείας, αγόραζε σκάφη από την Κοκό Σανέλ, άφηνε εξωφρενικούς λογαριασμούς σε ξενοδοχεία, πόρνες και ναρκωτικά.

Έπειτα, τα έχασε όλα. Με μπόλικο χρόνο πια στα χέρια του, άρχισε να καταγράφει το χρονικό της ζωής του- αποκαλύπτοντας βήμα- βήμα, πως έχτισε από το μηδέν την περιουσία του, πως εξαπάτησε κόσμο και πως κατέληξε και πάλι στο μηδέν εξαιτίας της ζωής που έκανε. Γραμμένο σύμφωνα με τη νεοϋρκέζικη λογική, οι κριτικοί επαίνησαν το βιβλίο του για το ρυθμό και το κωμικό του ύφος, και το θεώρησαν την τέλεια απεικόνιση της καταναλωτικής Αμερικής.

            Ο Μπέλφορτ μπορεί να μην ανήκε στη μαφία, αλλά πολλοί τον αντιμετώπισαν ως οικονομικό γκάνγκστερ. Όταν αποκαλύφθηκε η ιστορία του, το περιοδικόForbesτον αποκάλεσε «ένα είδος Ρομπέν των Δασών, που κλέβει από τους πλούσιους για τον εαυτό του».  

«Είναι ένα είδος μοντέρνου γκάνγκστερ», αναφέρει ο Τζόι ΜακΦάρλαντ, ένας από τους παραγωγούς της ταινίας. «Δεν είναι βίαιος εγκληματίας όπως σε άλλες ταινίες, αλλά κάποιος, που έχει βρει έναν τρόπο να εκμεταλλεύεται το σύστημα και να ικανοποιεί τη δική του απληστία. Με τον ίδιο τρόπο που «Τα Καλά Παιδιά» (Goodfellas), ήταν η ιστορία της συμμορίας της γειτονιάς, έτσι και τώρα, είναι το ίδιο. Μόνο που η γειτονιά τυχαίνει να είναι η Γουόλ Στριτ.   Και τα θύματα, αντί για τους ντόποιους καταστηματάρχες, είναι εκατομμύρια κόσμου στα ίδια τους τα σπίτια».

                «Ο τρόπος που έκανε την ταινία ο Μάρτιν, είναι τόσο αστείος. Έχεις το σεξ, τα ναρκωτικά και τα χρήματα, αλλά κι μια μόνιμη αίσθηση του χιούμορ, αναμεμειγμένη με διάφορα συναισθήματα. Το στυλ που προσδίδει στην ταινία, της δίνει μεγαλειώδεις διαστάσεις.  Όποτε ο Μάρτιν Σκορτσέζε συναντά το Λεονάρντο ΝτιΚάπριο δε μπορεί παρά να είναι γεγονός»., αναφέρει η παραγωγός Έμμα Τίλλινγκερ.

                Ο ΝτιΚάπριο ένοιωθε το ίδιο. «Δε μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι το Μάρτυ για το υλικό αυτό. Είναι ικανός να δώσει ζωή και χιούμορ στο σκοτάδι αυτής της ιστορίας. Θυμάμαι ότι πάντα έλεγε ότι τα «Καλά Παιδιά» (Good Fellas) είναι μια μαύρη κωμωδία. Γι’αυτό τον προσεγγίσαμε εξαρχής».

                Ο σεναριογράφος Τέρενς Γουίντερ καταλήγει: «Όταν είδα την ταινία για πρώτη φορά, μου έπεσε το σαγόνι. Ήταν ακριβώς όπως το είχα γράψει, αλλά δε μπορούσα να πιστέψω το βαθμό της τρέλας, της έντασης και του γέλιου. Ο Μάρτυ έχει προφανώς το ταλέντο να παίρνει κάτι γραπτό, και να το μετατρέπει σε οπτικό αριστούργημα. Δημιούργησε τσουνάμι τρέλας».

 

 

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΓΚΑΝΓΚΣΤΕΡ… ΤΡΕΛΑΘΗΚΕ

               

Για το Μάρτν Σκορτσέζε, η ιστορία του Τζόρνταν Μπέλφορντ, του έδωσε την ευκαιρία να εξερευνήσει την κωμική πλευρά της ανθρώπινης συμπεριφοράς.            Του έδωσε επίσης την ευκαιρία, να κάνει το ταξίδι στη χρηματοοικονομική τρέλα που δείχνει να κατακλύζει την αμερικανική οικονομία.

«Όπως κάποιος που του αρέσει να μελετάει την ιστορία, έμεινα έκπληκτος από το γεγονός ότι τα ίδια πράγματα συμβαίνουν ξανά και ξανά», σχολιάζει. «Υπάρχουν περίοδοι οικονμικής ευημερίας, που τα πράγματα δείχνουν να πηγαίνουν καλά για όλους – και μετά καταρρέουν όλα, και όλοι συνειδητοποιούν ότι μόνο λίγοι ήταν εκείνοι που πλούτιζαν εις βάρος των άλλων.  Συνέβη τη Χρυσή Εποχή στα τέλη του 19ου αιώνα. Συνέβη το 1929. Συνέβη το 1987, όπου και διαδραματίζεται η ταινία μας. Συνέβη στις αρχές του αιώνα, και συνέβη και το 2008. Είναι σίγουρο ότι θα συμβεί ξανά και στο μέλλον.»

                Ο Μπέλφορντ ταίριαζε επίσης απόλυτα στο είδος του χαρακτήρα που έλκυε το Σκορτσέζε: άντρες οδηγημένοι από τη φιλοδοξία τους . που επιτυγχάνουν με τους δικούς τους όρους, αλλά δε μπορούν να αποφύγουν τον ηθικό βάλτο.

«Ο Τζόρνταν έζησε μια ζωή διόλου υποδειγματική, κατά κάποιο τρόπο ποταπή», λέει ο Σκορτσέζε. «Όχι επειδή ήθελε να βλάψει κανέναν, αλλά έτσι έμαθε από τους ανθρώπους γύρω του. Είναι κάτι που έβρισκα πάντα ενδιαφέρον: οι άνθρωποι προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν από αυτούς τους χαρακτήρες, σαν να είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Αλλά δεν είναι. Είμαστε εγώ κι εσύ, που αν είχαμε γεννηθεί υπό άλλες συνθήκες και σε άλλα περιβάλλοντα, ίσως κάναμε τα ίδια λάθη, και τις ίδιες κακές επιλογές. Με ενδιαφέρει να αναγνωριστεί ότι μέρος αυτών των χαρακτήρων βρίσκεται στην ανθρώπινη φύση όλων μας.»

                Ο Σκορτσέζε τα αναγνώρισε όλα αυτά στο σενάριο του Γουίντερ. Ο Τέρενς Γουίντερ έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τη δουλειά του στην τηλεοπτική σειρά “TheSopranos” και για το “BoardwalkEmpire”. Εκείνος ξεκίνησε την έρευνα του πηγαίνοντας κατευθείαν στην πηγή: συναντήθηκε πολλές φορές με τον ίδιο τον Μπέλφορντ. «Ο Τζόρνταν ήταν απίστευτα ανοιχτός. Όχι ότι το βιβλίο κρύβει κάτιμ αλλά ο ίδιος αυτοπροσώπως, είναι ακόμα πιο ευθύς.  Περιέγραψε με πλήρεις λεπτομέρειες τα όργια, τη χρήση των ναρκωτικών, τις σχέσεις και τα πάντα που τον αφορούσαν. Ήταν ανοιχτό βιβλίο. Πήρα συνεντεύξεις από τους γονείς του, την πρώην σύζυγο του, τους υπαλλήλους του, ακόμη κι από κάποια θύματα του».

Σύντομα, ο Γουίντερ είχε ένα πολυδιάστατο πορτραίτο του Μπέλφορντ στο κεφάλι του. «Η ιδιοφυία αν θέλετε, του Τζόρνταν,  είναι ότι μπορεί να γίνει πολύ γοητευτικός, είναι έξυπνος, αστείος και αυτοσαρκαστικός. Το ίδιο ίσχυε και για τους ανθρώπους που δούλεψαν για εκείνον. Είναι όλοι τόσο γοητευτικοί, που για στιγμές ξεχνάς ότι έκλεβαν όλο τον κόσμο.»

                «Ο Τζόρνταν ήταν ένα απλό παιδί από το Κουίνς. Οι γονείς του ήταν λογιστές, και το μόνο που ήθελε ήταν να γίνει επιτυχημένος και καλός σε αυτό που θα διάλεγε να κάνει. Είχε το ιδιαίτερο χάρισμα του πωλητή, μέχρι που τον διέφθειρε το σύστημα κι άρχισε να τρέφεται από αυτό. Το αντιμετώπισα σα την ιστορία ενός νεαρού παιδιού που μεταμορφώθηκε σε οικονομικό τέρας.»

                «Το τέρας σύντομα απέκτησε μια αχόρταγη λαγνεία για όλα τα παιχνίδια και τις ευχαριστήσεις γνωστές στην ανθρωπότητα. Δεν είναι απλά η ιστορία ενός ανθρώπου που σκερφάλωσε στη Γουόλ Στριτ, κι έπειτα έπεσε. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που η ζωή του γέμισε με παράλογα γεγονότα, πυροδοτούμενα από την προσωπική του εμμονή με το σεξ και τα ναρκωτικά . Ήταν εθισμένος σε ο,τιδήποτε μπορεί κανείς να εθιστεί. Κι έχασε τον έλεγχο.»

                Ο Γουίντερ βρίσκει την ιστορία του Μπέλφορντ, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τη στιγμή που κατά την οικονομική κρίση, αποκαλύπτονται συνεχώς περιπτώσεις διαφθοράς, και αλλάζει η δημόσια εικόνα της Γουόλ Στριτ. «Βρισκόμαστε εδώ, έν έτει 2013, πέντε χρόνια μετά τη θεαματική κατάρρευση της οικονομίας, και παρ΄όλα αυτά, πολλοί από τους υπαίτοιους διατηρούν πολύ σημαντικές θέσεις», τονίζει. «Αναρωτιέμαι αν μάθαμε κάτι από όλο αυτό.»

                Ο ΝτιΚάπριο ενθουσιάστηκε με τη γραφή του Γουίντερς. «Ο Τέρυ έγραψε ένα σενάριο που αποτύπωνε τις πιο παράλογες στιγμές στη ζωή του Μπέλφορντ. Στυλιστικά, το έγραφε για τον Μάρτυ. Μου χάρισε επίσης, από τους πιο υπέροχους διαλόγους που είχα ποτέ ως ηθοποιούς να αναπαράγω. Είμαστε απίστευτα ευγνώμονες που έγραψε εκείνος το σενάριο . Έδωσε τόσες πτυχές κι ένταση στους χαρακτήρες, που δεν πιστεύω ότι θα μπορούσε άλλος να το κάνει.»

«…Συμφωνήσαμε ότι θα το πάμε μέχρι τέλους…»

                Μετά τις πρώτες συζητήσεις με το ΝτιΚάπριο, ο Σκορτσέζε συμφώνησε να σκηνοθετήσει το Λύκο της WallStreet, με έναν όρο: η ταινία θα γινόταν με όλη τη δύναμη της τρελής, ακόλαστης παρακμής που διέκρινε στο σενάριο του Γουίντερ και το βιβλίο του Μπέλφορντ.

«Έπρεπε να έχω πλήρη ελευθερία με τους ηθοποιούς και το συνεργείο, για να κάνω ότι ήταν απαραίτητο, που σημαίνει ότι όλοι συμφωνήσαμε ότι θα το πάμε μέχρι τέλους», σχολιάζει ο Σκορτσέζε. «Είναι μια ιστορία για το βέβηλο, σε αντίθεση με το ιερό, το άσεμνο, σε αντίθεση με το καθωσπρέπει. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ξεμπρόστιασμα. Παρ’όλο που η βωμολοχία, η βλασφημία, είναι εκεί. Είναι σε κοινή θέα. Είναι μέρος της ίδιας τη δομής του πολιτισμού. Ωστόσο, τελικά, νομίζω ότι παρουσιάζεται ως τρόπος ζωής – ο «τρόπος ζωής των πλούσιων και διάσημων.»»

Η ταινία σηματοδοτεί την πέμπτη συνεργασία του Μάρτιν Σκορτσέζε, με το Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, μετά τα Το Νησί των Καταραμένων (ShutterIsland),  Ο Πληροφοριοδότης (The Departed), Ιπτάμενος Κροίσος (The Aviator) και Οι Συμμορίες της Νέας Υόρκης (Gangs of New York).

«Υπήρξα πολύ τυχερός τα τελευταία 14 χρόνια, καταλήγαμε πάντα με το Λίο και να μας ελκύουν οι ίδιοι χαρακτήρες και ιστορίες. Υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ μας κι αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να παίρνουμε περσσότερα ρίσκα- εγώ τον ωθώ ως ηθοποιό, κι εκείνος με τη σειρά του, εμένα ως δημιουργό. Ναι, είναι κατά 30 χρόνια νεότερος από εμένα, αλλά ανανεώνομαι μέσω εκείνου, μου δίνει ενέργεια κι έμπνευση.» , αναφέρει ο Σκορτσέζε.

 

facebook like buttons